βαλανοδόκη

βᾰλᾰνο-δόκη, , ([etym.] δέχομαι)
A socket in a door-post to receive the βάλανος (11.4), Aen.Tact.18.3, al.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαλανοδόκη — βαλανοδόκη, η (Α) η τρύπα στην παραστάδα της θύρας, στην οποία έφθανε η βάλανος περνώντας μέσα από την τρύπα της ξύλινης αμπάρας. [ΕΤΥΜΟΛ. < βάλανος + δόκη < δέχομαι] …   Dictionary of Greek

  • βαλανοδόκῃ — βαλανοδόκη socket in a door post to receive the fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανοδόκην — βαλανοδόκη socket in a door post to receive the fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • BALANUS — I. BALANUS Graece Βάλανος, palmula, a glandis fimilitudine; qualis fructus eius palmae, quae myrobalano, i. e. balano myrepsicae pomum finile gignit. De qua vide Salmas. ad Solin. p. 1319. et seqq. Quod nomen Graeeiae populare, de palmae dactylis …   Hofmann J. Lexicon universale

  • SERA — I. SERA Dea serendi, apud Romanos de qua vide Voss. de Idol, l. 2. c. 61. ut et infra, Sessia. II. SERA Graece μοχλὸς, alias clausirum, Graece κλεῖθρον, vectis est, seu lignum, quô in transversum obductô fores olim firmabantur. Habebat illa… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • βάλανος — (balanus). Γένος θυσανοπόδων μαλακίων της οικογένειας των βαλανιδών. Ζουν κολλημένα στους βράχους ή επάνω σε όστρακα διαφόρων μαλακίων, σε όλες τις θάλασσες, ακόμη και στις λιμνοθάλασσες. Ορισμένα είδη βρίσκονται και στις ελληνικές ακτές. Συνήθως …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.